Χάθηκε βελόνι του Χρήστου-Αρμάντο Γκέζου

Για τη Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης γράφει η Ιωάννα Σταθοπούλου

Πριν από εφτά χρόνια είχαμε χωθεί για τα καλά μέσα στη “Λάσπη”, το πρώτο μυθιστόρημα του Χρήστου-Αρμάντο Γκέζου και στο ταραγμένο μυαλό του ήρωά του Αλέξανδρου (Σάντο). Ένας μετανάστης βορειοηπειρώτης, που πάλευε με τα σκοτάδια του και ήθελε να δώσει τέλος στη ζωή του. Ο ασθματικός τρόπος της πρωτοπρόσωπης αφήγησης του Σάντο μας άφησε με πόνο στο στήθος και δυσκολία στην αναπνοή.

Τώρα με ένα βιβλίο λιγότερο σκοτεινό, ίσως σε σημεία και αισιόδοξο, το “Χάθηκε βελόνι”, ξαναβρήκαμε το Σάντο, αλλά και την οικογένειά του, τους Ζεφάδες. Οι πρωταγωνιστές σε αυτό το μυθιστόρημα είναι περισσότεροι΄μιλάει εκτός του Αλέξανδρου ο παππούς του βασίλης και η μητέρα του Τέτα (Ηλέκτρα). Έτσι μαθαίνουμε λεπτομέρειες από το παρελθόν της οικογένειας, μακρινό και εγγύτερο, αλλά και το παρόν του Σάντο. Το μυθιστόρημα οργανώνεται σε τρία κεφάλαια με διαφορετικό πρωταγωνιστή το καθένα. Υπάρχει και ένα εισαγωγικό, στο οποίο ο φίλος του Σάντο, ο Πέτρος, τον αναζητά στο χωριό που μεγάλωσε (στη Μεθενιά, Ελλάδα) και στο χωριό που γεννήθηκε (στο Δρεπένι, Αλβανία). Μας εισάγει στην υπόθεση και συνδέει το προηγούμενο μυθιστόρημα (Λάσπη). Ύστερα ο φίλος αποσύρεται στο παρασκήνιο.

Στο πρώτο κεφάλαιο “Ο σκοτωμένος” παρακολουθούμε την ιστορία του παππού Βασίλη. Είναι μια ημερολογιακή τριτοπρόσωπη καταγραφή της ζωής του από το 1932 έως το 1989. Η ζωή του καταστράφηκε παρά τις πολύ καλές προδιαγραφές της, όταν πυροβολήθηκε στο κεφάλι. Κατέληξε ανάπηρος, επιληπτικός, οξύθυμος ερημίτης, καθηλωμένος στην αναπηρική του καρέκλα και απομονωμένος από τους συγχωριανούς του, που αποφεύγουν το καταραμένο σπίτι. Βαριά η σκιά της συμφοράς που απλώθηκε και στιγμάτισε τους απογόνους. Διαβάζουμε σ' ένα ποίημα του Σάντο

“Ποιος μου το κάρφωσε όταν γεννήθηκα αυτό το σύννεφο στην πλάτη;
Ένα σύννεφο φουσκωτό και κατσαρό 2χ2
μαύρο
.............

χωρίς έτσι ποτέ να ελαφράνει

2χ2

σαν κάποια θλιβερή προνόηση

...........

Στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο “Τσιμπιτόνι” (ο τίτλος από νανούρισμα της Χιμάρας) η μητέρα, η Τέτα, μας μιλάει σε μια πρωτοπρόσωπη αφήγηση για την ιστορία της ζωής της. Πώς μεγάλωσε στην Αλβανία, παντρεύτηκε τον Παύλο, γιο του Βασίλη, γέννησε τα παιδιά της και κατέληξ με την οικογένειά της μετανάστες στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Μιλάει για το μεγάλο τραύμα της ζωής της, όταν έχασε στα σύνορα το μικρότερο παιδί της, το Μενέλαο, αλλά και τις δυσκολίες, την απογοήτευση και τη δύσκολη προσαρμογή στη νέα χώρα μέσα σε συνθήκες φτώχειας και αποξένωσης. Είναι μια μάνα κουράγιο, που αγωνίζεται με νύχια και με δόντια για τα παιδιά της, όλα τα αντέχει και όλα τα “χωνεύει” μέσα της.

Μέσα από την ιστορία της ο συγγραφέας εκθέτει προφανώς και την συνολική εικόνα, το πρόβλημα της μετανάστευσης διαχρονικά. Η απομάκρυνση από την πατρίδα, η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον, η συντριβή των ονείρων, η απελπισία και η αναπόφευκτη επιμονή στην προσπάθεια για την ενσωμάτωση και την αποδοχή στη νέα πατρίδα είναι θέματα που θίγει σ' αυτό το κεφάλαιο.

Η γλώσσα σ' αυτό το κεφάλαιο είναι η κελαρυστή διάλεκτος της Χιμάρας΄είναι μοναδικής δύναμης και ομορφιάς, που δίνει στην αφήγηση αμεσότητα, αλήθεια και εξυπηρετεί πολύ καλά την ιστορία, που αφηγείται η Τέτα, είναι μέρος της ιστορίας.

Στο τρίτο κεφάλαιο, το “electric blue” πρωταγωνιστής είναι ο Αλέξανδρος (Σάντο). Είναι λίγο πιο ώριμος, πιο συνειδητοποιημένος, αλλά και παραιτημένος. Αχθοφόρος στο λιμάνι γυρνώντας από αγκαλία σε αγκαλία δε γράφει πια ποιήματα, αλλά ο χαρακτήρας του διατηρεί τη δραματική του χροιά. Αυτό που τον κινητοποιεί είναι η ανακάλυψη ενός οικογενειακού μυστικού. Υπάρχει ένας χαμένος αδελφός και η αναζήτησή του γίνεται εμμονή για το Σάντο, που τον οδηγεί στις ΗΠΑ, για να τον βρει. Τον φαντάζεται σαν μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του και ελπίζει σε μια νέα όμορφη κοινή ζωή στο πατρικό σπίτι τους.

Σ' αυτό το κεφάλαιο η γλώσσα είναι στυλιζαρισμένη, με μεγάλες προτάσεις, που ακολουθούν τις περίπλοκες τροχιές της σκέψης του Σάντο και σε ορισμένα μέρη ιδιαίτερα πυκνή. Όπως και στο προηγούμενο κεφάλαιο αποτελεί μέρος της αφηγούμενης ιστορίας.

Η άκαρπη αναζήτηση του Μενέλαου δεν οδηγεί σε αυτοκτονικές σκέψεις το Σάντο, αλλά στο πέταγμα του μαύρου βιβλίου με τα γραπτά του στο βυθό μιας λίμνης. Προανάκρουσμα για ένα λιγότερο “μαυρο” μέλλον; ποιος ξέρει.

Το μυθιστόρημα “Χάθηκε βελόνι” είναι ένα πολυστρωματικό έργο΄ τα κοινωνικά σχόλια συμβαδίζουν με τις πολιτικές αναφορές και την υπαρξιακή αναζήτηση. Η σχέση του παρελθόντος με το παρόν και ο τρόπος που καθορίζει τη ζωή μας είναι θέμα που τίθεται επί τάπητος. Επίσης ο πόνος, το βαθύ τραύμα της μετανάστευσης, που γεννιέται από την απώλεια της πατρίδας, των οικείων προσώπων, της μητρικής γλώσσας και η προσπάθεια ενσωμάτωσης σε ένα ανοίκειο και εν πολλοίς εχθρικό περιβάλλον, η αναζήτηση μιας ταυτότητας είναι ζητήματα που παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα.

Ελπίζουμε να μη χάθηκε το βελόνι, που πλέκει την ιστορία των Ζεφάδων και να δούμε πώς προχώρησε η ζωή του Αλέξανδρου σε ένα επόμενο μυθιστόρημα.

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

IONIAN 2