Γράφει η Ιωάννα Κ.Λάππα

Ο Μενέλαος ήταν Έλληνας βασιλιάς της αρχαίας Σπάρτης και ήταν ένα από τα τρία παιδιά του Ατρέα ή του Πλησθένηκαι της Αερόπης. Τα αδέρφια του ήταν ο Αγαμέμνων[ και η Αναξίβια ή Αναξιβία, ενώ θεωρούταν ξάδελφος του Παλαμήδη, γιου του Ναυπλίου.

Ο Μενέλαος παρουσιάζεται στην Ιλιάδα ξανθός, με φαρδείς ώμους, ολιγόλογος, συνετός και υπερβολικά καλοσυνάτος, κάτι που είχε γίνει αντικείμενο κριτικής και από τον ίδιο τον αδελφό του. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Μενέλαος είχε συγχωρήσει τον Αντίλοχο, γιο του Νέστορα, παρ΄ όλο που εκείνος τον προσπέρασε σε αρματοδρομία με δόλο.

Όταν έγινε 20 χρονών, νυμφεύτηκε την Ελένη, την κόρη του Τυνδάρεου και έγινε Βασιλιάς της Σπάρτης, μετά την παραίτηση του Τυνδάρεου από τον θρόνο. Απέκτησε από τον γάμο του μια κόρη, την Ερμιόνη.

Αργότερα, ο Πάρης – Αλέξανδρος επισκέφτηκε τον Μενέλαο, ο οποίος τον φιλοξένησε στο ανάκτορο, διότι κάποτε ο τελευταίος είχε φιλοξενηθεί στην Τροία από αυτόν, όταν είχε πάει για αποστολή. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα ήθη της εποχής, ο Μενέλαος έπρεπε να ανταποδώσει την φιλοξενία στον Πάρη, τον οποίο και φιλοξένησε πολλές ημέρες.

Δέκα μέρες μετά την έλευσή του, ο Μενέλαος ειδοποιήθηκε για τον θάνατο του Κατρέα, Βασιλέα της Κρήτης και παππού του από την πλευρά της μητέρας του. Γι’ αυτό, έφυγε αμέσως για την Κρήτη, προκειμένου να παραστεί στην κηδεία του και έδωσε εντολή στην Ελένη να περιποιηθεί τον φιλοξενούμενό τους. Στο ταξίδι του αυτό τον συνόδευε ο ξάδελφός του Παλαμήδης, ο οποίος ήταν και αυτός εγγονός του Κατρέα.

Ο Μενέλαος, όμως, ευρισκόμενος στην Κρήτη, πληροφορήθηκε από την Ιριδα ότι εκμεταλλευόμενος ο Πάρης την απουσία του, απήγαγε την Ελένη και αφού πήρε σκλάβες και θησαυρούς από το ανάκτορό του, έφυγε για την Τροία. Γι’ αυτό, κυριευμένος από απελπισία στράφηκε στον ξάδελφό του και ζήτησε την συμπαράστασή του. Ο Παλαμήδης πρότεινε να φύγουν αμέσως για την Σπάρτη. Εκεί να συγκεντρωθούν σε συμβούλιο οι Βασιλείς απόγονοι του Μίνωα, που κυβερνούσαν την Ελλάδα και να αποφασίσουν τι θα πράξουν.

Το συμβούλιο πήρε απόφαση να σταλεί πρεσβεία στην Τροία για να απαιτήσει την επιστροφή της Ελένης και των βασιλικών θησαυρών του Μενελάου. Συμμετείχαν σε αυτή ο Μενέλαος, ο Παλαμήδης, ο Αίας και ο Διομήδης. Η πρεσβεία, όμως, απέτυχε και γι’ αυτό αποφασίστηκε να γίνει εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ως εκ τούτου, άρχισαν τις προετοιμασίες γι’ αυτό το εγχείρημα, στην διάρκεια των οποίων καθορίστηκε ότι κάθε αρχηγός θα συμμετείχε με δικά του πλοία. Συγκεκριμένα, ο Μενέλαος αποφάσισε να συμμετάσχει στον Τρωικό Πόλεμο με εξήντα πλοία. Ο Αγαμέμνων ανακηρύχθηκε αρχηγός αυτής της εκστρατείας.

Ωστόσο, τα υπόλοιπα στρατεύματα δεν συγκεντρώνονταν. Γι’ αυτό τον λόγο, ο Μενέλαος και ο Παλαμήδης πήγαν στην Πύλο προκειμένου να προσκαλέσουν τον Νέστορα, να συμμετάσχει στην εκστρατεία. Εκείνος τους υποδέχθηκε και αποδέχθηκε να ταξιδέψει μαζί τους για να επισκεφθούν τον Οδυσσέα και τον Αχιλλέα και να τους πείσουν και εκείνους, αφού ο καθένας από αυτούς δεν είχε ανταποκριθεί για δικούς του λόγους.

Δύο έτη μετά την απαγωγή της Ελένης, ο Στρατός των Αχαιών συγκεντρώθηκε στην Αυλίδα της Βοιωτίας απέναντι από την Χαλκίδα. Τότε, εκτυλίχθηκε το εξής γεγονός: Ένα φίδι με κόκκινη ράχη εξόρμησε από την κρηπίδα ενός βωμού[13] και σκαρφάλωσε σε έναν πλάτανο όπου ανέβηκε σε ένα ψηλό κλαδί του. Εκεί υπήρχε μία φωλιά με οκτώ νεογέννητα σπουργίτια, τα οποία και έφαγε μαζί με την μητέρα τους. Αμέσως μετά, το φίδι πέτρωσε και οι Αχαιοί έμειναν ασάλευτοι από τον τρόμο. Τότε, ο Κάλχας, ο σοφός μάντης του Στρατού, είπε:

«Το σημάδι αυτό δεν θα βγει αμέσως, αλλά πολύ αργότερα, η φήμη του όμως θα μείνει αθάνατη. Τα οκτώ σπουργίτια και η μητέρα τους εννιά, που φαγώθηκαν από το φίδι, είναι τα εννέα χρόνια που θα χρειαστεί να πολεμήσουμε για να πάρουμε την Τροία. Μη φοβάστε όμως: στα δέκα το πλούσιο κάστρο θα γίνει δικό μας».[

Έπειτα, τα πλοία των Αχαιών ξεκίνησαν για την Τροία. Δεν είχαν οδηγό, όμως, που να γνώριζε τα μέρη και γι’ αυτό έφθασαν στην Μυσία (Τευθρανία), νότια της Τρωάδας, μετά από εσφαλμένη εκτίμηση. Τότε, αποβιβάστηκαν εκεί, νομίζοντας ότι έφθασαν στην Τροία, και άρχισαν να λεηλατούν την χώρα. Σύντομα, όμως, κατάλαβαν πως δεν βρίσκονται στην Τροία και αποχώρησαν από εκεί.

Επέστρεψαν πίσω στις πατρίδες τους και ύστερα συγκεντρώθηκαν πάλι στην Αυλίδα, κάτι που διήρκεσε 8 χρόνια.Αφού πήγαν στην Τένεδο, απέστειλαν πάλι πρεσβεία στον Πρίαμο, με τον Μενέλαο, τον Οδυσσέα και τον Παλαμήδη, η οποία και πάλι απέτυχε τον σκοπό της.

Εν τέλει, οι Αχαιοί έφθασαν στα παράλια της Τρωάδας, στρατοπέδευσαν εκεί και διεξήγαγαν πόλεμο εναντίον των Τρώων για δέκα συναπτά έτη.

Τον ένατο χρόνο του πολέμου, ο Πάρις προσκάλεσε σε μονομαχία τον άριστο των Αχαιών. Ο Μενέλαος άκουσε αυτή την πρόσκληση και πήγε στην πρώτη γραμμή της φάλαγγας, προκειμένου να μονομαχήσει μαζί του. Ο Πάρις, όμως, φοβήθηκε μόλις τον είδε και επιχείρησε να φύγει, αλλά μετά την επίπληξη του Έκτορα, δέχθηκε την μονομαχία. Έπειτα, δόθηκαν οι όρκοι ότι σε περίπτωση που νικούσε ο Μενέλαος, θα του παρέδιδαν την Ελένη και οι Αχαιοί θα επέστρεφαν στις Πατρίδες τους. Αν ο Πάρις, όμως, νικούσε, η Ελένη θα παρέμενε στην Τροία. Εν τέλει, ο Πάρις ηττήθηκε στην μονομαχία και έφυγε, αλλά οι Τρώες δεν τήρησαν τους όρκους. Τουναντίον, έστειλαν τον Λαοδόκο στον έμπειρο τοξότη Πάνδαρο, τον οποίο και τον παρακίνησε να τοξεύσει κρυφά τον Μενέλαο.

Τότε, τα στρατεύματα παρέμεναν ακίνητα στις θέσεις τους, καθώς οι Αχαιοί απαιτούσαν ειρηνικά την τήρηση των όρκων. Με αυτό τον τρόπο, ο Πάνδαρος σκοπεύοντας πλήγωσε τον Μενέλαο. Την ώρα, όμως, που ο Αγαμέμνων οδυρόταν και καλούσε τους γιατρούς και ο Στρατός των Αχαιών βρισκόταν σε αναταραχή εξ αιτίας της απροσδόκητης απιστίας, οι Τρώες επιτέθηκαν θεωρώντας κατάλληλη την περίσταση και έτσι δόθηκε μάχη. Μετά την θεραπεία του τραύματός του, ο Μενέλαος εισήλθε πάλι στην μάχη, φονεύοντας τον Σκάμανδρο, τον Πυλαιμενέα και τον Άδραστο.

Έπειτα, ο Έκτωρ ζήτησε να μονομαχήσει με τον άριστο των Αχαιών, αλλά κανείς από αυτούς δεν τόλμησε να δεχθεί. Τότε, ο Μενέλαος, αφού καυτηρίασε την στάση των άλλων Αχαιών, θέλησε να αποδεχθεί την πρόταση του Έκτορα και γι’ αυτό άρχισε να ετοιμάζεται για την μονομαχία. Ωστόσο, ο Αγαμέμνων τον απέτρεψε, διότι θεωρούσε ότι ο Έκτωρ ήταν ισχυρότερος από εκείνον και ως εκ τούτου, ήταν παράλογο να αποδεχτεί να μονομαχήσει μαζί του.

Κατά την διάρκεια μιας μάχης, ο Πάτροκλος φονεύθηκε και ο Μενέλαος ανέλαβε την υπεράσπιση του σώματός του. Τότε, όμως, παρουσιάστηκε μπροστά του ο Δάρδανος Εύφορβος, ο οποίος καυχήθηκε πως αυτός πλήγωσε πρώτος τον Πάτροκλο και ως εκ τούτου, έπρεπε να πάρει το σώμα του. Γι’ αυτό, επεχείρησε να διώξει τον Μενέλαο, αλλά εκείνος αντιστάθηκε και του είπε να φύγει, απειλώντας τον ότι θα φονευθεί, όπως ήδη είχε γίνει στον αδερφό του Υπερήνορα. Ο Εύφορβος, όμως, δεν υπάκουσε και έριξε το κοντάρι του, χωρίς, όμως, να επιτύχει τον στόχο του. Ο Μενέλαος ανταπέδωσε την κίνηση, η οποία αποδείχθηκε θανατηφόρα και είχε ως αποτέλεσμα να φονευθεί ο Εύφορβος. Ύστερα, ο Μενέλαος κάλεσε τον Αίαντα τον Τελαμώνιο να τον βοηθήσει γιατί ήταν μόνος και το σώμα του Πάτροκλου θα κλεβόταν πολύ εύκολα από τους Τρώες. Στην συνέχεια, έγινε μεγάλη μάχη γύρω από τον νεκρό μεταξύ Τρώων και Αχαιών, με νίκη των τελευταίων, που κατάφεραν να πάρουν πίσω το άψυχο σώμα του Πάτροκλου.

Ύστερα από όλα αυτά και μετά από καιρό, ο Μενέλαος εισήλθε και αυτός στον Δούρειο Ίππο και στην τελική μάχη, μετά την είσοδο των Αχαιών στην Τροία, φόνευσε τον νέο σύζυγο της Ελένης, Δηίφοβο. Όταν συνάντησε την Ελένη, επεχείρησε να την φονεύσει, αλλά εν τέλει συμφιλιώθηκε μαζί της.

Ο Μενέλαος, επιστρέφοντας στην Ελλάδα έφτασε μαζί με τον Νέστορα στο Σούνιο της Αττικής, όπου ξαφνικά απεβίωσε ο κυβερνήτης του πλοίου, που ήταν επιβιβασμένος, Φρόντις. Έμεινε εκεί για να τον θάψει και έτσι χωρίστηκαν με τον Νέστορα. Μετά τον απόπλου των πλοίων, όμως, έπεσε σε αντίθετους ανέμους που τον έφεραν στην Κρήτη και έπειτα στην Κύπρο.

Ο Μενέλαος έκανε τον περίπλου της Αφρικής και ως εκ τούτου, είναι πιθανό να ήλθε σε επαφή και με τους Αιθίοπες. Επίσης, λέγεται ότι ήλθε σε επαφή και με τους Σιδώνιους στην Φοινίκη, όπου τον υποδέχθηκε ο τότε Βασιλιάς Φαίδιμος και του δώρησε έναν πολύτιμο κρατήρα. Έπειτα, ο Μενέλαος διέσχισε την Ερυθρά Θάλασσα και την Περσία, μέχρι που έφτασε στην Ινδία, όπου γνώρισε τους Ινδούς και τους Ερεμβούς.

Εν τέλει, επέστρεψε προς την Αίγυπτο όπου έμεινε είκοσι ημέρες στο λιμάνι της Φάρου γιατί τον εμπόδιζαν οι ενάντιοι άνεμοι. Εκεί απεβίωσε και ο άλλος του κυβερνήτης Κάνωβος. Ο Μενέλαος εξανάγκασε τον θαλασσινό θεό Πρωτέανα του απαντήσει πώς θα εξασφάλιζε ούριους ανέμους. Μετά την απάντηση του Πρωτέως, έφυγε από την Αίγυπτο και περιπλανήθηκε παραπλέοντας την Λιβύη, από όπου κατάφερε να φθάσει στην Σπάρτη μετά από οκτώ χρόνια περιπλάνηση.

Ο Μενέλαος επέστρεψε στην Ελλάδα μετά από τους υπόλοιπους αρχηγούς των Αχαιών, αλλά πριν τον Οδυσσέα.

Παρ΄ όλο που ο Μενέλαος παρουσιάζεται στην Ιλιάδα ευγενικός και καλόκαρδος, μετά τον Τρωικό πόλεμο, εμφανίζεται σκληρός και θρασύδειλος. Ο Ευριπίδης στην τραγωδία του Ανδρομάχη γράφει ότι ο Μενέλαος κράτησε όμηρο τον γιο της Ανδρομάχης, Μολοσσό και κατόρθωσε να παγιδεύσει την ίδια, αφού την απείλησε για την ζωή του γιού της. Έπειτα, ο Μενέλαος επεχείρησε με την κόρη του την Ερμιόνη να τους φονεύσει, αλλά υποχώρησε μετά από παρέμβαση του Πηλέως.

Επίσης, ο Μενέλαος παρουσιάζεται ως δειλός, διπρόσωπος και συμφεροντολόγος στην τραγωδία του Ευριπίδη «Ορέστης». Μάλιστα, αναφέρεται ότι ο βασιλοπάτωρ Τυνδάρεως τον απείλησε να μην βοηθήσει τον Ορέστη να καταστείλει την εξέγερση εναντίον του, εξαιτίας της μητροκτονίας του, διότι στην αντίθετη περίπτωση θα εκθρονιζόταν. Γι’ αυτό, ο Μενέλαος εγκατέλειψε τον Ορέστη με την πρόφαση ότι ήταν φιλοξενούμενος στο Άργος και δεν διέθετε Στρατό για την καταστολή της οργής των πολιτών.

Με αυτό τον τρόπο, ο Μενέλαος παρέμεινε Βασιλιάς της Σπάρτης μέχρι τον θάνατό του, που επήλθε από φυσικά αίτια.

Μετάβαση στη Κορυφή