Ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος

                  Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΒΡΕΣΘΕΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ

                (Νεμνίτσα(Μεθύδριο) Γορτυνίας 1787- Αθήνα 1843)

Ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος γεννήθηκε το 1787 στο χωριό Νεμνίτσα (Μεθύδριο) κοντά στην ιστορική κωμόπολη της Στεμνίτσας, στη Γορτυνία της Αρκαδίας. Το κοσμικό του όνομα ήταν Θωμάς και καταγόταν από την αρχοντική οικογένεια των Κοτσακαίων ή Δημητρακαίων. Ο πατέρας του ονομαζόταν Βασίλειος και η μητέρα του Αικατερίνη. Ήταν ευσεβείς χριστιανοί και φρόντισαν ο γιος τους να  φοιτήσει στο Ιεροδιδασκαλείο της Βυτίνας, στο οποίο διδάχτηκε, για πέντε χρόνια, όλα τα εγκύκλια μαθήματα.

Αποφοιτώντας απ’ αυτή, σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, ήλθε κοντά στο θείο του εκ πατρός, τον Επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο τον Α΄, που τον χειροτόνησε ως υποδιάκονο, το έτος 1805,  στο κεφαλοχώρι  Βαμβακού του βορείου Πάρνωνα. Μετά από δύο χρόνια χειροτονήθηκε διάκονος και στις 28 Νοεμβρίου 1812 πρεσβύτερος. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έγινε Αρχιμανδρίτης και τοποθετήθηκε ως πρωτοσύγκελος κοντά στο θείο του.

Όταν παραιτήθηκε το έτος 1813 ο θείος του, λόγω γήρατος, μετά από καθολική απαίτηση του λαού και με την έγκριση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, τον διαδέχτηκε χειροτονούμενος ως Επίσκοπος Βρεσθένης, στις 5 Απριλίου, του ιδίου έτους, με έδρα την ορεινή Βαμβακού. Ήταν μόλις είκοσι έξι ετών!

Ο Θεοδώρητος υπήρξε ενάρετος, αφιλοχρήματος και απλός στη ζωή του και γι’ αυτά τα προτερήματά του ήταν αγαπητός στο ποίμνιό του. Ως Επίσκοπος έπραξε πολλά αξιόλογα και θαυμαστά. Περιερχόταν την ποιμαντική του περιφέρεια και συντελούσε στην επισκευή των κατερειπωμένων ναών, αποσκοπώντας στην ανάπτυξη του θρησκευτικού συναισθήματος και στην τόνωση του εθνικού φρονήματος των σκλαβωμένων Ελλήνων.

Όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Μέγας Οικονόμος Κωνσταντίνος: «Και δεν κατέλαβε τον θρόνον τούτον τυραννίδα τινά και ταξιαρχίαν και κληρουχίαν, αλλ’ εις Χριστού διακονίαν, φροντίζων τής του λαού σωτηρίας και πάντα ποιών και υπομένων προς οικοδομήν των πιστών και καταρτισμόν της θεόθεν αυτώ πεπιστευμένης Εκκλησίας».

Το 1819 άρχισε να γενικεύεται στην Πελοπόννησο η κατήχηση στη Φιλική Εταιρία και να προπαρασκευάζεται η ανάσταση του Γένους. Ο Θεοδώρητος δεν έμεινε απαθής και αδιάφορος σε όσα γίνονταν γύρω του. Μυήθηκε ως Φιλικός από τους πρώτους και άσκησε με απαράμιλλο ζήλο τα αποστολικά του καθήκοντα, μεταδίδοντας το μυστήριο της οργάνωσης  σε πολλούς ιεράρχες και σε άλλα σημαίνοντα πρόσωπα. 

Μόλις  ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, ήλθε σε συνεννόηση με τους προεστούς του Μιστρά Κρεββατά και Κοπανίτσα και σύντομα γνωρίστηκε κι έγινε επιστήθιος φίλος με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που τον φώναζε: «Καπετάν δεσπότη»!

Στις 28 Μαρτίου 1821 ακολουθούμενος από Βρεσθενίτες και άλλους Οινούντιους μετέβη στην περιοχή του Μιστρά, για να συμμετάσχει στην επίσημη κήρυξη του αγώνα κι από εκεί έφυγε για την Βλαχοκερασιά, προκειμένου να ενωθεί με τις δυνάμεις του Κολοκοτρώνη. Από τότε  εγκατέλειψε προσωρινά την ποιμαντορική ράβδο και ζώστηκε με τ’ άρματα για την ελευθερία της πατρίδας!

Τον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, κατά την καθοριστική μάχη του Βαλτετσίου (24 Απριλίου 1821), που από την έκβασή της εξαρτιόταν η τύχη του αγώνα, έσπευσε επικεφαλής 800 Λακεδαιμονίων και Αγιοπετριτών και συνετέλεσε στο να κερδίσουν οι Έλληνες αυτή τη σημαντική αναμέτρηση. Μετείχε, επίσης, στις νικηφόρες μάχες των Δολιανών και των Βερβαίνων. Στις μάχες αυτές η παρουσία του Θεοδώρητου ήταν περισσότερο συμβολική και είχε ως σκοπό να ενθαρρύνει τους αγωνιστές, αναπτερώνοντας στις καρδιές τους την ελπίδα της νίκης, παρά να μάχεται με τα χέρια, αφαιρώντας ανθρώπινες ζωές, έστω κι αλλόθρησκες. Ο Κωνσταντίνος εξ Οικονόμων, πολύ αργότερα, εκφωνώντας  τον επιτάφιο του ηρωικού Ιεράρχη είπε: «Ο Θεοδώρητος κατάθετο την στρατιωτικήν ρομφαίαν αναίμακτον»!   

Ο Θεοδώρητος διακρινόταν για τη φρόνηση, τη σύνεση και την κρίση του. Αντιλήφθηκε, εγκαίρως, την επιτακτική ανάγκη του συντονισμού της Επανάστασης και με τις προτροπές και τα κηρύγματά του βοήθησε στο σχηματισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας στις 26 Μαΐου 1821, η οποία ανέλαβε τη διεύθυνση του Αγώνα και τη διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, υπό την προεδρία του.

Το δεύτερο τρίμηνο του 1822, όταν άρχισαν οι διαπραγματεύσεις των Ελλήνων με τους πολιορκημένους Τούρκους του Ναυπλίου, για να επιτευχθεί η άμεση παράδοση του φρουρίου και της πόλης στις επαναστατικές δυνάμεις, ο Επίσκοπος Βρεσθένης προσφέρθηκε να συμπεριληφθεί στην ομάδα των ομήρων, οι οποίοι θα δίνονταν ως εγγύηση στους Τούρκους, ώστε να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας και να μην υπάρξουν πράξεις αντεκδίκησης από μέρους των  Πελοποννησίων.

Στις 18 Ιουνίου 1822 ο Θεοδώρητος μπήκε στο Ναύπλιο μαζί με τους άλλους ομήρους. Η επιδρομή του Δράμαλη, όμως, που επακολούθησε, κατέστησε τραγική τη θέση του ιεράρχη, γιατί οι Τούρκοι τον χαρακτήρισαν ως αιχμάλωτο πολέμου και όχι ως όμηρο, με συνέπεια να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί έμεινε έγκλειστος ο Θεοδώρητος, για ένα εξάμηνο, μέσα σε πολύ άσχημες συνθήκες και σκληρά βάσανα. Οι ταλαιπωρίες του τέλειωσαν όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, το Νοέμβριο του 1822, κατέλαβε το Ναύπλιο κι απελευθέρωσε τους φυλακισμένους συμπατριώτες του.

Στις 29 Μαρτίου 1823 ο Επίσκοπος Θεοδώρητος εκλέχτηκε Αντιπρόεδρος της Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, η οποία συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας. Η Συνέλευση αυτή αποφάσισε τη διοίκηση της Ελλάδος από δυο σώματα, το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό.

Στα τέλη του Απριλίου, του ιδίου έτους, ο Ιεράρχης εκλέχθηκε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, που είχε ως έδρα του την Τρίπολη.  Μόλις ξέσπασε η διχόνοια και η διχοστασία, ανάμεσα στα δύο σώματα, ο Θεοδώρητος με θαυμαστή πολιτική επιδεξιότητα και διπλωματική ικανότητα, πέτυχε τον αφοπλισμό των πανίσχυρων στρατιωτικών ηγετών Πέτρου Μαυρομιχάλη και Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, επαναφέροντας την ειρήνη μεταξύ των αντιμαχόμενων μερίδων. Επειδή τον διέκρινε η αυστηρότητα και η άκαμπτη πειθαρχία δεν δίστασε να κηρύξει «έκπτωτον του βουλευτικού χώρου» τον Ανδρέα Μεταξά, ο οποίος απουσίασε αδικαιολογήτως από μια σπουδαία συνεδρίαση, και να παύσει «τον μίνιστρον της οικονομίας Χαράλαμπον Περούκαν», γιατί επέβαλε μονοπώλιο του άλατος, χωρίς την ύπαρξη προηγούμενου νόμου! 

Ως Επίσκοπος και ως Συνοδικός ο Θεοδώρητος αντιτάχθηκε σφόδρα στην προσπάθεια του Θεόκλητου Φαρμακίδη και των Βαυαρών για την ίδρυση αυτοκέφαλης εκκλησίας στην ελεύθερη Ελλάδα και συντάχθηκε με τη γνώμη του Οικονόμου εξ Οικονόμων δηλαδή να παραμείνει η Εκκλησία του ανεξάρτητου νεοελληνικού κράτους υπό την εξουσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Αυτή η αδιάλλακτη στάση του και η έντονη αντίδρασή του συντέλεσαν στην επί μακρόν εκκρεμότητα αυτού του σοβαρότατου εκκλησιαστικού ζητήματος, το οποίο, ας σημειωθεί, πως επιλύθηκε σύμφωνα με τις εισηγήσεις του Φαρμακίδη, μόνο μετά από το θάνατο του Θεοδώρητου!

Μετά την ανάληψη της διοικήσεως του κράτους από τους Κουντουριώτες, ο Βρεσθένης αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική δράση κι εγκαταστάθηκε στην επισκοπή του την οποία ποίμανε μέχρι το 1842.

 Η κυβέρνηση του Βασιλιά Όθωνα, μετά από πρόταση της Ιεράς Συνόδου τον μετέθεσε στη χηρεύσασα επισκοπή Πατρών, προάγοντάς τον σε Μητροπολίτη Αχαΐας και Ηλίδος, αλλά αυτός αρνήθηκε να αναλάβει τη νέα Μητρόπολη, χαρακτηρίζοντας τη μετάθεσή του ως αντικανονική, αφού αποφασίστηκε εν αγνοία του και χωρίς τη συγκατάθεσή του. Για το λόγο αυτό, μάλιστα, απέστειλε στις 10 Φεβρουαρίου 1842, σχετική επιστολή προς την Ιερά Σύνοδο και το Βασιλιά Όθωνα, εκφράζοντας τη διαμαρτυρία του και ζητώντας την επανόρθωση της αδικίας που του είχε γίνει, ώστε να παραμείνει στην Επισκοπή Βρεσθένης και να συνεχίσει το  έργο της ανάπλασης και της αναδημιουργίας της, το οποίο είχε ξεκινήσει. «Πόρρω απ’ εμού η πλούσια Αχαΐα προκειμένης της βεβηλώσεως των Ιερών Κανόνων, προκειμένης επιορκίας», τούς  έγραφε.

Η προσπάθειά του, όμως, έπεσε στο κενό! Η Ιερά Σύνοδος επέμεινε στην αντικανονική απόφασή της, η οποία αληθινά παρέκκλινε  από «τα  παλαιόθεν κρατήσαντα» στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο υπαγόταν, έως τότε, μιας και το αυτοκέφαλο δεν είχε ακόμα εγκριθεί και του συνέστησε  υποταγή και μετάβαση στη νέα του επισκοπική έδρα. Με παρόμοιο τρόπο αντιμετώπισε τις διαμαρτυρίες του αγωνιστή δεσπότη και ο βασιλιάς Όθωνας, πιθανόν μετά από εισηγήσεις της Ιεραρχίας,  απογοητεύοντάς τον βαθύτατα.

Η αδιαλλαξία και η επιμονή και των δύο πλευρών, οδήγησε την κατάσταση σε αδιέξοδο. Η Ιερά Σύνοδος, τότε, για να μη φανεί υποχωρητική στην απαίτησή του, κατάργησε την επισκοπή του και τον έπαυσε από τη θέση του Επισκόπου Βρεσθένης!

 Ο Θεοδώρητος, ο οποίος δεν ανέμενε αυτήν τη δυσμενή εξέλιξη,  αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων, να αποσυρθεί στην Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη των Αθηνών, λαμβάνοντας από την κυβέρνηση μια τιμητική σύνταξη τριακοσίων δραχμών το μήνα, για τη συντήρησή του!

Ο φλογερός Ιεράρχης, που αναδείχθηκε ως μία από τις πιο σημαίνουσες προσωπικότητες της Επανάστασης του 1821, παρέμεινε στη Μονή του ησυχασμού του, ασθενής από τη βαριά στενοχώρια του, ως την ημέρα του θανάτου του, που επήλθε στις 23 Απριλίου 1843.

Πέθανε σε ηλικία 56 ετών, πάμπτωχος και παραγκωνισμένος. Κατά τις τελευταίες στιγμές της ζωής του, όταν ρωτήθηκε από τον επιστήθιο φίλο του στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη, αν έχει κάποιο περιουσιακό στοιχείο για να διαθέσει και ποια παραγγελία  αφήνει στους δικούς του, τού απάντησε: «Ιδού, Γενναίε, αυτός ο παλαιός ψάθινος καναπές τον οποίον βλέπεις και αι πέντε παλαιαί καθέκλαι, εις ταύτα και μόνο συνίσταται άπασα η περιουσία μου. Τι δύναμαι εξ αυτής να διαθέσω; Αν θέλει το Έθνος μου δια το οποίον εμόχθησα και εθυσίασα, ως όφειλον και επεθύμουν, ας περιθάλψει εν καιρώ τα πνευματικά τέκνα μου, τους πτωχούς και ενδεείς συγγενείς μου, εις ους δεν έχω να εγκαταλείψω άλλην κληρονομίαν ειμή μόνον τας ευχάς μου και την πατρίδαν ελευθέραν και αυτόνομον».

Ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη από το Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Ειρήνης Αθηνών και τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος εξ Οικονόμων, που εξήρε την απαράμιλλη δράση του και την προσφορά του στον εθνικό απελευθερωτικό αγώνα και στην Εκκλησία.

Η Επιτροπή Εκδουλεύσεων, μεταθανάτια, τον κατέταξε στην πρώτη θέση μεταξύ των πολιτικών πρώτης τάξεως. Ενταφιάστηκε στην Ιερά Μονή Αγίων Ασωμάτων Πετράκην και στο μνημείο του γράφτηκαν τρία επιτύμβια, για να διαλαλούν το δημιουργικό έργο αυτού του μεγάλου Ιεράρχη, ο οποίος ανύψωσε και κραταίωσε τον Κλήρο και την Εκκλησία, στηριζόμενος στην ορθόδοξη παράδοση, δίνοντας τον αγώνα υπέρ της Ελευθερίας, με σθένος και ευψυχία. Ο Θεοδώρητος, επίσης, ως πολιτικός άνδρας, ήταν αυτός που βοήθησε, τα μέγιστα, στη στερέωση και την προαγωγή των νόμων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.            

Αυτή η μεγάλη μορφή της Εκκλησίας και του Έθνους μας, παρέμενε στην περιοχή μας, για πολλά έτη, στην αφάνεια, έως ότου ο Σεβασμιότατος Ποιμενάρχης μας, Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. κ. Ευστάθιος, αποφάσισε να στήσει, το έτος 1997, με έξοδα της Μητροπόλεώς μας, τη μαρμάρινη προτομή του στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού της Ευαγγελίστριας Σπάρτης, για να αποτελεί αιώνιο παράδειγμα αγάπης προς την πατρίδα και πίστης στο Σωτήρα Χριστό.   

                                                                     ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΗΤΡΑΚΟΣ        

Leave a comment

Make sure you enter all the required information, indicated by an asterisk (*). HTML code is not allowed.

IONIAN 2